Δημήτρης Λίβανος: “Το μπουζούκι είναι ένα όργανο παραδοσιακό, μαθαίνεται από τον τεχνίτη στον παραγιό.”

Ο Δημήτρης Λίβανος είναι ένας άνθρωπος με αγάπη για τη μουσική και αυτό που κάνει. Αυτό ξεχειλίζει σε κάθε του λέξη, σε κάθε του έκφραση, στο πάθος με το οποίο μιλάει για τη μουσική και τους δρόμους που του έχει ανοίξει. Αυτό που ίσως είναι σημαντικότερο όμως είναι ότι είναι ένας ευαίσθητος και προσγειωμένος  άνθρωπος του οποίου η άποψη δεν είναι μόνο προϊόν εμπειρίας αλλά και σκέψης.

Ζεστός, με ένα μεγάλο χαμόγελο, είναι ο άνθρωπος που θέλεις να κάνεις φίλο σου από την πρώτη στιγμή που τον γνωρίζεις. Οικείος και ξεκάθαρος, όπως οι πενιές του και τα τραγούδια του. Ελπίζω να απολαύσετε αυτήν τη συζήτηση όσο κι εγώ και ίσως το ζεστό κλίμα και η όμορφη ατμόσφαιρα της κουβέντας καταφέρει να περάσει μέσα από τα σύρματα του διαδικτύου…

Καλή σας ανάγνωση.

ρε|λα|ρε: Ας ξεκινήσουμε από το μπουζούκι. Εδώ και πολλά χρόνια «σέρνεται» μια διαμάχη, τρίχορδο ή τετράχορδο;

Δημήτρης Λίβανος (Δ.Λ.): Μην προσδιορίζουμε, δεν κάνει το όργανο τον παίκτη, ο παίκτης κάνει το όργανο.

ρελαρε: Συμφωνώ απόλυτα, αλλά…

Δ.Λ.: Μη λέμε δηλαδή τρίχορδο μπουζούκι άρα όσοι παίζουν τρίχορδο είναι παίκτες, δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Ο παίκτης κάνει το όργανο. Τυχαίνει άλλη φορά να κρατάει τρίχορδο, άλλη τετράχορδο, άλλη φορά να κρατάει κιθάρα, άλλη φορά να παίζει σαξόφωνο.

ρε|λα|ρε: Συμφωνώ, αλλά αναφέρομαι στο ηχόχρωμα περισσότερο. Για παράδειγμα εγώ όταν πρωτοάκουσα τρίχορδο έπαθα πλάκα, λέω “ωπ τι είναι’αυτό;”

Δ.Λ.: Είναι πιο έξυπνο όργανο. Για μένα το τρίχορδο είναι λίγο πιο έξυπνο μπουζούκι. Όχι ότι έχει παραπάνω δυνατότητες, είναι πιο έξυπνο και είναι λίγο πιο ντουζενιάρικο, όπως λέμε κι εμείς οι μπουζουξήδες. Αυτό το ρε-λα-ρε, όπως λες κι εσύ, σε πάει σε μια κατάσταση, κι άμα έχεις και τα ακούσματα, σε πάει σε μια κατάσταση. Αλλά από κει και πέρα είναι στον παίκτη, γιατί υπάρχουν σημερινοί παίκτες τρίχορδοι οι οποίοι παίζουν οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτήν την κατάσταση που λέμε.

ρε|λα|ρε: Προφανώς!

Δ.Λ.: Δηλαδή μπορούν να παίξουν τα πάντα και παίζουν σε ορχήστρες. Έχω δει παίκτη με τρίχορδο να παίζει σε σημερινό σκυλάδικο και να παίζει τα σημερινά τραγούδια. Και δεν καταλαβαίνεις τη διαφορά, ακούς μπουζούκι. Είναι πως θα το παίξεις. Δεν μπορεί να σε φτιάξει το όργανο. Εσύ τι θα βγάλεις μέσα απ’ το όργανο.

ρε|λα|ρε: θα σου δώσει όμως τις κατευθυντήριες…

Δ.Λ.: Ναι, θα σε φτιάξει πιο πολύ να παίζεις από κει που σονάρει πιο καλά, να παίζεις ανοικτά. Το Σι μινόρε, ας πούμε, σονάρει ωραία στο τρίχορδο, ενώ στο οκτάχορδο δεν είναι τόσο καλό. Το Ντο μινόρε είναι πιο καλό στο οκτάχορδο, επειδή έχεις τη Ντο ανοικτή από πάνω. Ενώ στο τρίχορδο το Σι μινόρε είναι θεός, το ουσάκ ας πούμε. Αλλά αυτά υπάρχουν σε όλα τα όργανα. Όλα κάπου «μιλάνε». Και στο ούτι αμα πάρεις, κάπου «μιλάει».

ρε|λα|ρε: αυτό που εγώ έλεγα, για να το κλείσουμε αυτό το κομμάτι, το τρίχορδο έχει τον ήχο του αυθεντικού μπουζουκιού, αυτό που εγώ θεωρώ «μπουζούκι». Και σαν αισθητική μου κάνει καλύτερα.

Δ.Λ.: Είναι και πολύ πιο εύκολο σαν όργανο να βγάλει ήχο. Από την τάση που έχουν οι χορδές και απ’ το κούρδισμα, είναι πολύ πιο εύκολο να μιλήσει με το που κάνεις το “γκραν”, απ’ ότι ένα οκτάχορδο. Πρέπει να είναι πολύ καλός ο μάστορας ας πούμε σαν τον Παναγιώτη το Βάρλα, για να κάνει το οκτάχορδο να μιλήσει. Είναι λίγο πιο δύσκολο το οκτάχορδο να έχει αυτό το σκάσιμο που έχει το τρίχορδο.

ρε|λα|ρε: Είναι και κατασκευαστικά διαφορετικό, οι τάσεις που ασκούνται στο οκτάχορδο είναι μεγαλύτερες άρα ισχυρότερη κατασκευή.

Δ.Λ.: Το καλό που έχει το τρίχορδο είναι ότι σε προτρέπει να μάθεις άλλα πράγματα. Φαίνεται φτωχό στην πρώτη προσέγγιση, επειδή οι δύο χορδές κουρδίζονται το ίδιο και λες “τώρα τι θα παίξω με αυτό το πράγμα;” αλλά είναι έξυπνο μπουζούκι. Πρέπει να το προσεγγίσεις έξυπνα. Παίζεις τις τρίτες, πριμο-σιγόντο κάτω, και γυρνάς ανάποδα και παίζεις έκτες από πάνω. Δηλαδή έχει κάτι τέτοιες εξυπνάδες, ωραίες. Είναι και πως θα σου κάτσει στο χέρι. Ανάλογα, ποιο θα σε αγγίξει πιο πολύ.

ρε|λα|ρε: Ωραία, να το πάρουμε από την αρχή; να μου πεις την ιστορία σου; Πως ξεκίνησες;

Δ.Λ.: Είμαι αυτοδίδακτος. Εγώ μικρός δεν άκουγα καθόλου Ελληνική μουσική, σχεδόν καθόλου. Βέβαια άκουγα το ράδιο τι έπαιζε, γιατί ήμουνα στην Αμαλιάδα και είχε πολύ καλό ραδιοφωνικό σταθμό εκεί και όλοι ακούγανε ράδιο, οπότε άκουγα, παίζανε και λαϊκά. Εγώ στο σπίτι άκουγα μόνο ξένη μουσική.  Άκουγα της εποχής μου, όπου υπήρχε η τάση αυτή για το Heavy Metal, Iron Maiden και τέτοια, άκουγα πολύ Hard Rock, Led Zeppelin, Deep Purple, όλα αυτά. Δεν είχα καμία ενασχόληση με τη μουσική, μου άρεσε όμως να κοπανάω. Έπαιρνα στυλούς και χτυπούσα στη βιβλιοθήκη, ήθελα να γίνω ντράμερ. Δηλαδή αυτό μου έκανε. Μου άρεσαν πάρα πολύ τα τύμπανα που άκουγα μέσα στα τραγούδια. Τυχαία ασχολήθηκα με το μπουζούκι, έγινε μια γνωριμία μέσω του αδερφού μου με ένα φίλο του, ο οποίος είχε πάρει ένα μπουζούκι να μάθει, κι έτυχε να βρεθώ εγώ στο σπίτι και το έβγαλε αυτός το μπουζούκι και άρχισε να γρατζουνάει κι εγώ μαγεύτηκα, γιατί πρώτη φορά έβλεπα να κάθεται κάποιος να κρατάει ένα όργανο και να το ακουμπάει και να βγάζει ήχο. Και τρελάθηκα με αυτό το πράγμα. Κάθισα εκεί, θυμάμαι, πέντε ώρες και του ’λεγα «παίξε». Αυτός δεν ήξερε να παίξει, μια άσκηση έπαιζε μόνο, τίποτα. Ότι το ‘χε πάρει ας πούμε. Εγώ εκεί. «Παίξε-παίξε-παίξε», δώσ’ το μου κι εμένα να δω κι εγώ. Και σιγά-σιγά τον τρέλανα αυτόν γιατί πήγαινα εκεί κάθε μέρα και καθόμουν τέσσερις ώρες σπίτι του. Και μετά από δυο-τρεις εβδομάδες μου το ’δωσε το μπουζούκι.

ρε|λα|ρε: στο χάρισε;

Δ.Λ.: Όχι δε μου το χάρισε αλλά μου ‘πε «παρ’ το». Για να παίζω σπίτι, για να μην πηγαίνω εκεί. Και άρχισα κι έπαιζα δώδεκα ώρες τη μέρα. Μόνος μου. Καταλάβαινα όμως, άκουγα. Ένα πράγμα που καταλάβαινα από την αρχή, μετά από λίγο δηλαδή που το ‘πιασα στα χέρια μου, άκουγα το τραγούδι που έπαιζε ο μπουζουξής και καταλάβαινα σε ποια χορδή χτυπάει.  Ότι δεν χτυπάει στην κάτω αλλά μερικές φορές χτυπάει στην άλλη. Και προσπάθησα και άρχισα να παίζω τραγούδια από τις κασέτες μόνος μου.

ρε|λα|ρε: χωρίς να βρεις κάποιον να σου δείξει.

Δ.Λ.: Ναι, και χωρίς να ξέρω δρόμους και τέτοια πράγματα. Άκουγα το τραγούδι και ότι έκανα μόνος μου. Σε δάσκαλο μπουζουκιού δεν πήγα ποτέ.

ρε|λα|ρε: Για ποια εποχή μιλάμε;

Δ.Λ.: Αυτό έγινε το ’81, ’82 εκεί. Μετά από έξι μήνες πήγα για δουλειά.

ρε|λα|ρε: σε μαγαζί;

Δ.Λ.: Ναι, πήγα για δουλειά σε μια ταβέρνα και μάλιστα άκου το περιστατικό. Εγώ είχα μάθει να παίζω 5-6 τραγούδια. Ας πούμε της εποχής εκείνης που άκουγα, τα τραγούδια ήτανε, αν θυμάσαι, ένα τραγούδι νομίζω είναι του Θεοδωράκη, το «Λεβέντης Εροβόλαγε» ή το άλλο «Και δόξα τω Θεώ».

ρε|λα|ρε: Αυτά τα παίζαμε στην επέτειο του Πολυτεχνείου στο σχολείο.

Δ.Λ.: Τέτοια τραγούδια ναι,  νομίζω είχαν χρειαστεί και για μια μαθητική γιορτή, πάντως είχα μάθει αυτά και τα έπαιζα θυμάμαι απλά, ξερά, χωρίς χρωματισμούς με το αριστερό χέρι και με την πένα συνέχει κάτω!

ρε|λα|ρε: δεν είχες άρση;

Δ.Λ.: Δεν ήξερα, δεν μου ’χε δείξει κανένας ότι πρέπει να κτυπάς και ανάποδα.

ρε|λα|ρε: με τι μπουζούκι;

Δ.Λ.: Είχα ένα φτηνιάρικο, από αυτά τα ετοιματζίδικα, καρυδιά πρέπει να ήταν, οκτάχορδο. Κάποια στιγμή ήρθαν από τον Πύργο δυο τύποι και με βρήκαν σε ένα καφέ που σύχναζα εγώ, τότε είχαν αρχίσει και άνοιγαν και τα καφέ όπως τα ξέρουμε σήμερα. Δεν υπήρχαν στην Αμαλιάδα. Θέλαμε να πιούμε καφέ και πηγαίναμε σε ένα ζαχαροπλαστείο που είχε πάνω μια αίθουσα για καφέ. Τότε άνοιξε η πρώτη καφετέρια που τη λέγαν “Saloon” και πηγαίναμε εκεί εμείς, όλη η πιτσιρικαρία. Ήρθαν, λοιπόν, και με βρήκανε και μου λέει ο ένας, «μάθαμε ότι παίζεις μπουζούκι» . «Ναι», λέω «παίζω». Εγώ είχα θράσος, δεν κόμπλαρα να πω ότι παίζω. «Ναι», λέω «παίζω μπουζούκι». Αυτός είχε μια ταβέρνα και παίζανε Παρασκευή-Σάββατο από τις 10 μέχρι τις 2, πρόγραμμα λαϊκό της εποχής. Παίζαν και πολύ «Παιδιά της Πάτρας» που ήταν της μόδας τότε. Και μου λέει «έφυγε ο μπουζουξής, κι εμείς ανοίγουμε τώρα», είχαν κλείσει μετά τα Χριστούγεννα για κάποιο διάστημα και θα ξανάνοιγαν τις Απόκριες. Και μου λέει «χρειαζόμαστε μπουζουξή, θέλεις να ’ρθεις;». «Βέβαια», λέω, «θέλω να ’ρθω, αλλά» λέω «θέλω να’ ρθει κι ένας φίλος μου». Είχα έναν φίλο που τραγουδούσε, έπαιζα εγώ τραγουδούσε αυτός, αυτά τα τραγουδάκια που σου λέω, τα πέντε-δέκα, πόσα ήξερα. Και λέω «θέλω να ’ρθει κι αυτός».

ρε|λα|ρε: κιθάρα;

Δ.Λ.: Κιθάρα είχαν αυτοί. Εγώ τους έχωσα και τον τραγουδιστή αυτόν. Το κέντρο αυτό ήταν στο Κατάκολο. Το πρώτο μαγαζί που δούλεψα, λεγόταν «Γλυφάδα» κι ήταν μια ταβέρνα πάνω στο κύμα. Πουλήθηκε μετά «προίκα». Παντρεύτηκε κάποια και το πήρε προίκα και το ‘κανε σπίτι. Τέρμα, τέλος (γέλια). Πήρα λοιπόν κι αυτόν τον φίλο μου, πιο πολύ για να μου δίνει θάρρος. Και πάω, που λες, με αυτόν τον κιθαρίστα, ο οποίος ήταν πιο μπασμένος στη δουλειά, και μου βγάζει ένα χαρτί με 60-70 τραγούδια. Εγώ από αυτά τα 70 ζήτημα να ήξερα 2-3. Και ήθελε τρεις βδομάδες να αρχίσουμε. Μου λέει «το ξέρεις αυτό;», «όχι», «το ξέρεις αυτό;», «όχι», οπότε λέει «πάμε να τα μάθουμε». Προσπαθούσε αυτός να μου τα δείξει, μου τα ‘δειχνε με την κιθάρα τα ’παιζε λίγο. Αφού είχαμε κάνει κανα-δυο μέρες πρόβες, μου λέει «ασ’ το δε γίνεται, θα βρούμε άλλον».  Εγώ του λέω «όχι θα γίνει. Δεν  μπορεί να μη γίνει, θα παίξουμε!». «Μα…», μου λέει. «Θα τα μάθω», του λέω. Κι όντως κάθισα και τα ‘μαθα τα τραγούδια. Εξήντα τραγούδια.

ρε|λα|ρε: σε τρεις εβδομάδες;

Δ.Λ.: Ναι, όπως τα ’μαθα με αυτόν, έτσι;  Δηλαδή σε πολλά υπήρχαν κι ελλείψεις, αλλά εγώ τα ’μαθα και πήγα για δουλειά. Και έγινε το εξής: ότι παίζαμε αυτά τα τραγούδια κι όταν τελείωναν, καμιά φορά άμα πέρναγε η ώρα, ξαναξεκινάγαμε από την αρχή! Δεν ήξερα άλλα (γέλια)… Έτσι δουλέψαμε, η πρώτη μου δουλειά ήταν αυτή.

ρε|λα|ρε: Αν κάποιος ήθελε παραγγελιά, δεν είχε.

Δ.Λ.: Ναι, τρομερό! Οι δικοί μου δεν ήθελαν καθόλου να ασχοληθώ με αυτό. Δεν είχαν άλλο παράδειγμα στην οικογένεια, δεν υπήρχε άλλος μουσικός και με τα χίλια ζόρια τους έπεισα ότι θα πάω για δουλειά.

ρε|λα|ρε: Ούτε έπαιζε κάποιο όργανο κάποιος;

Δ.Λ.: Όχι τίποτα, κανένας από την οικογένεια. Ο πατέρας μου δούλευε στο ΚΤΕΛ και κοιμόταν από τις 9 το βράδυ γιατί το πρωί 5 η ώρα έπρεπε να ξυπνήσει. Όταν του ’πα εγώ ότι θα πάω για δουλειά στις 10 και θα τελειώνω 2, δεν το πίστευε αυτό το πράγμα ότι υπάρχει. Κι ούτε ήταν άνθρωποι που πολυβγαίναν να πάνε στα μπουζούκια. Καμία σχέση. Τους έπεισα με τα χίλια ζόρια και τους λέω «θα φεύγω στις δέκα, θα έρχεται ταξί να μας παίρνει, θα μας πηγαίνει στο μαγαζί, δύο θα φεύγουμε, δυόμισι θα ‘μαι σπίτι». Το πρώτο βράδυ που ξεκινάμε τη δουλειά μας παίρνει το ταξί όντως στις 2 να μας γυρίσει στην Αμαλιάδα και του σκάει λάστιχο σε κάτι χωριά εκεί μέσα όπως γυρίζαμε και ο τύπος δεν έχει ούτε ρεζέρβα! Και λέει «παιδιά περιμένετε εδώ να βγω με τα πόδια στην Εθνική, να βρω ένα άλλο ταξί». Να μην στα πολυλογώ ήρθα στο σπίτι πεντέμισι η ώρα το πρωί. Ο πατέρας μου «θα στο σπάσω το μπουζούκι, θα στο κάψω». Τελικά δεν του πέρασε, πέρασε το δικό μου γιατί εγώ το αγαπούσα πολύ.

Αυτό ήταν το ξεκίνημα και η ενασχόληση με τα ελληνικά. Μ’ άρεσε, είχα ακούσει την «Εκδίκηση της γυφτιάς» τότε, είχε ένα τραγούδι μέσα το «Μη μ’ αποκαλείς τεμπέλη» που παίζουν κάτι παράλληλες τέταρτες τα μπουζούκια, πέμπτες, κάπως παίζουν περίεργα και μου ‘φερνε αυτό το άκουσμα στο ροκ, λέω «κοίταξε να δεις, αυτό το όργανο παίζει και τέτοια».  Μετά με αυτό το παιδί εκεί κάναμε μια κομπανία, «ρεμπέτικη παρέα» λεγόταν, παίξαμε δυο-τρία χρόνια εκεί σε διάφορα μαγαζιά στην Αμαλιάδα και γύρω-γύρω. Παίζαμε οκτάχορδο μπουζούκι έτσι; Με οκτάχορδο ξεκίνησα. Παίζαμε πιο πολύ της μόδας, «Παιδιά της Πάτρας» και παλιά λαϊκά, ρούμπες, τέτοια πράγματα.

ρε|λα|ρε: Ρασούλη , Παπάζογλου;

Δ.Λ.: Ναι, το «ραγίζει απόψε η καρδιά με το μπαγλαμαδάκι», αυτά. Και για το ότι ανέβηκα στην Αθήνα, ευθύνεται ο Βάρλας.

ρε|λα|ρε: Α, ναι;

Δ.Λ.: Ναι, είχα πάρει εγώ ένα μπουζούκι από τον Ζοζέφ, το οποίο δεν ήταν δικό του. Είχε βάλει απλώς το όνομά του μέσα, το είχε φτιάξει λίγο, του είχε πειράξει τον καβαλάρη και αυτό το μπουζούκι το ξέχασα στο πορτ-μπαγκαζ ενός φίλου και την άλλη μέρα που το πήρα, το είχε δει ο ήλιος όλη μέρα, και το καπάκι είχε μπει όλο μέσα, είχε γίνει το μπουζούκι… Και ανέβηκα στην Αθήνα για να πάω στον Ζοζέφ. Εγώ πήγα να τον κοροϊδέψω τον Ζοζέφ, του λέω «το μπουζούκι χάλασε». Μου λέει «τι έπαθε;». Του λέω «να, κοίτα να δες πως έγινε το καπάκι, δεν παίζει». Μου λέει «το μπουζούκι το έχεις αφήσει σε πορτ-μπαγκαζ» (γέλια). Εγώ πήγα να το παίξω έξυπνος (γέλια). Γιατί όλα αυτά γινόντουσαν γιατί δεν υπήρχαν χρήματα. Μου λέει «εγώ για να το φτιάξω θέλω 20 χιλιάρικα». 20 χιλιάρικα; Εγώ που να τα βρω τα 20 χιλιάρικα! Το παίρνω το μπουζούκι, δεν του ’πα να το φτιάξει και άρχισα να περιφέρομαι στην Αθήνα και βρέθηκα εκεί στα Εξάρχεια. Άκουσα ότι φτιάχνει ένας όργανα, και βρίσκω τον Παναγιώτη. Αυτό έγινε το ’84, ’85 εκεί. Μπαίνω μέσα, «έτσι κι έτσι « του λέω, μου λέει «δεν είναι δικό του το μπουζούκι, τα ξέρω, έχει βάλει το ταμπελάκι». Βέβαια ο Ζοζέφ είχε δίκιο ότι το είχα αφήσει στο πορτ-μπαγκαζ, για να τα λέμε τα πράγματα όπως είναι. Μου λέει (σ.σ. ο Παναγιώτης Βάρλας) «για πάρε παίξε αυτό» μου ξεκρεμάει ένα μπουζούκι, είχε ένα μπουζούκι οκτάχορδο αλλά πολύ απλό. Μια μαύρη φιγουρίτσα σκέτη και πάνω στην ταστιέρα είχε μπίλιες, όπως βάζανε θυμάσαι στα παλιά , δεν είχε φιγουρίτσες, είχε μπίλιες απλές. Το παίρνω εγώ κάνω έτσι, μπαμ, έναν ήχο τρομερό, μ’ άρεσε πάρα πολύ. Κάπως τα βρήκαμε, νομίζω του ‘δωσα εγώ του Ζοζέφ να το φτιάξει να το πουλήσει και μου ’δωσε αυτό κι έδωσα και κάποια λεφτά; Και πήρα αυτό το μπουζούκι το οποίο ήταν πάρα πολύ καλό μπουζούκι! Παράλληλα του παραγγέλνω κι ένα μπουζούκι, αφού τον βρήκα. Του λέω «κάνω και μια παραγγελία».

ρε|λα|ρε: Οκτάχορδο;

Δ.Λ.: Οκτάχορδο. Δεν το ξέραμε καν το τρίχορδο εμείς τότε στην Αμαλιάδα.

ρε|λα|ρε: Παρόλο που ήταν η εποχή που είχε αρχίσει η αναβίωση με τα ρεμπέτικα;

Δ.Λ.: Στην Αθήνα. Στην Αμαλιάδα δεν είχε τρίχορδο. Δεν το ξέραμε. Εγώ δεν το ήξερα ότι υπάρχει τρίχορδο μπουζούκι. Οκτάχορδο. Νομίζω είχα δει ένα μετά από δυο χρόνια που άρχισα να παίζω είχε εκεί ένας φίλος που έπαιζε…

ρε|λα|ρε: …ξεχασμένο;

Δ.Λ.: Ναι. Πάντως ξέραμε το οκτάχορδο όλοι. Παραγγέλνω που λες το οκτάχορδο και μια από τις φορές που ανέβηκα πάνω να δω τι πορεία έχει, αν ετοιμάζεται το μπουζούκι ήταν μέσα ο Κοντογιάννης ο Δημήτρης, ο τραγουδιστής, ο οποίος ήταν πάνω. Έχεις πάει στον Βάρλα, έχει ένα καμαράκι πάνω.

ρε|λα|ρε: Ναι, ένα πατάρι το είχε παλιά και ως εργαστήριο.

Δ.Λ.: Εγώ ήμουν κάτω με τον Παναγιώτη, «τι γίνεται με το μπουζούκι;», μου λέει «θα ‘ναι έτοιμο σε 3 μήνες, 4,» και επειδή του άρεσε η πένα μου, το δεξί μου χέρι,  πάντα όταν πήγαινα εκεί μου ’δινε μπουζούκια να δοκιμάζω, ξέρεις να παίζω. Άκουσε ο Κοντογιάννης πάνω και του λέει «ποιος παίζει;» – ‘Ένας πιτσιρικάς από την Αμαλιάδα». Κατεβαίνει κάτω, εγώ όταν τον είδα τον Κοντογιάννη έπαθα σοκ, γιατί τον ήξερα από την τηλεόραση, ήταν γνωστός πολύ φίρμα ας πούμε.  «Παίζεις τραγούδια του Καζαντζίδη;», μου λέει. «Παίζω» του λέω.  «Παίζεις Τα Χνάρια;». «Το παίζω» λέω. «Πάμε μαζί». Παίρνει μια κιθάρα που είχε εκεί, το παίζουμε, μου λέει «θέλεις να έρθεις μαζί μου το καλοκαίρι;» Λέω εγώ κατευθείαν «ναι!» Εγώ έχω αυτό ξέρεις, λέω ναι –μπαμ! Και εγώ ήμουν λιγότερος από αυτό που ήθελε ο Κοντογιάννης, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αλλά δεν κώλωσα γιατί λέω «θα μάθω ρε παιδί μου». Κι ανέβηκα στην Αθήνα, κι έτσι ξεκίνησε η συνεργασία με τον Κοντογιάννη που κράτησε 12 χρόνια, που έπαιξα με όλους μετά. Με βοήθησε πάρα πολύ ο Κοντογιάννης, μ’ έμαθε το λαϊκό τραγούδι, θυμάμαι. Δηλαδή με άφηνε, θυμάμαι, με δίσκους στο σπίτι του και μελετούσα. Μου ‘λεγε «θα περάσεις αυτόν τον δίσκο, όπως παίζει ».

ρε|λα|ρε: …κανονικό φροντιστήριο…

Δ.Λ.: Ναι, μετά μου ‘λεγε «δεν είναι έτσι, άκουσέ το πιο καλά, δεν είναι έτσι εδώ πέρα». Δηλαδή με έμαθε, χωρίς να παίζει μπουζούκι ο ίδιος, πως να παίζω καλά, αυτό είναι τρομερό.

ρε|λα|ρε: Σε έμαθε να ακούς καταρχήν.

Δ.Λ.: Ναι, με έμαθε να ακούω και με έμαθε τι να προσέχω στο παίξιμο. Όλοι οι πιτσιρικάδες είναι τρελαμένοι με το γρήγορα, αυτός με έμαθε «άκου πως παίζει, πως μαλακώνει εδώ. Πόσο γλυκά παίζει, πόσο δυνατά ή το τρέμολό του πως είναι», αυτά τα πράγματα…

ρε|λα|ρε Να δώσεις, δηλαδή , βαρύτητα στην τεχνική.

Δ.Λ.: …και στο χρώμα, και τεχνική, ναι. Ε, μετά εγώ άρχισα να συναναστρέφομαι με μπουζουξήδες και ξέρεις. Όλοι οι πρακτικοί είμαστε… κλέβουμε. Βλέπουμε δηλαδή κάτι που μας αρέσει, πάμε σπίτι το παίζουμε. Είμαστε οπτικοί… Ε, και μετά έμεινα όλα αυτά τα χρόνια στην Αθήνα, με ένα διάλειμμα που πήγα στρατό. Με συνεργασίες με τον Κοντογιάννη, με τη Μπέλλου, με τον Μπίνη, με τη Χρυσάφη, με τη Θεοδοσία τη Στίγκα, σου λέω τώρα από πιο παλιά, τη Νάντια την Καραγιάννη, τον Μπαμπη τον Τσέρτο, τον Μπαμπη τον Γκολέ, όλους αυτούς, τον Ξηντάρη. Έχω δουλέψει με όλους σε αυτό το είδος και μετά και με τους νεότερους. Ας πούμε με την Μελίνα την Κανά, με τη Σοφία την Παπάζογλου, τη Λιζέτα την Καλημέρη, με το Νίκο Μαμαγκάκη συνεργάστηκα πάρα πολύ. Με τίμησε, με άφησε κι έπαιξα σε όλην την επανέκδοση του έργου του και με προτίμησε, ας πούμε, με λίγα λόγια. Κι εκεί γνώρισα τη Νένα Βενετσάνου, τη Σαβίνα Γιαννάτου, τον Τάσο τον Χριστογιαννόπουλο που είναι τενόρος, δηλαδή μπήκα και σε άλλο χώρο και μου έκανε πολύ καλό αυτό το πράγμα γιατί άνοιξαν οι ορίζοντές μου. Δηλαδή είδα τη μουσική με άλλο μάτι. Τώρα είμαι μαζί με τη Φωτεινή τη Βελεσιώτου, τον Γιάννη τον Μήτση, στο Περιβόλι τ’ Ουρανού, έχω ξαναδουλέψει εκεί με τη Μαριώ.

Με τη Μαριώ πάλι πολλά χρόνια, 11 χρόνια κι ακόμα συνεργαζόμαστε. Το καλοκαίρι θα είμαστε μαζί. Έχουμε κι έναν δίσκο μαζί, το «Μ΄ ένα χαμόγελο», είναι όλα τα τραγούδια δικά μου. Γενικώς έχω δουλέψει με πάρα πολλούς, αλλά πιο πολύ μου άρεσε πάντα η παρέα. Έτσι όπως ξεκίνησα αν κοιτάξω τώρα πίσω νιώθω σαν να έχει περάσει μια μέρα. Δηλαδή μ’ αρέσει η παρέα, ποτέ δεν ήμουνα το στυλ του επαγγελματία μπουζουξή που τον παίρνουν τηλέφωνο, το κασέ και ξέρεις κάτι –ο άλλος μου δίνει περισσότερα. Θυμάμαι ας πούμε τότε που δούλευα με τον Κοντογιάννη μου ‘χε κάνει πρόταση ο Νικολόπουλος να πάω μαζί του. Γιατί έκανε έναν δίσκο ο Κοντογιάννης με τον Νικολόπουλο κι εγώ έπαιξα δυο τραγούδια, τρια, στο στούντιο με τον Χρήστο γι’ αυτόν τον δίσκο. Και μ΄ έστειλε ο Κοντογιάννης εκεί στον Νικολόπουλο, κάτι ήθελε να πάρω, μια κασέτα δεν θυμάμαι τι, και μου ’πε «σου ‘πε ο Δημήτρης, να έρθεις μαζί μου το Χειμώνα;» και δεν πήγα. Ήμουν με τον Κοντογιάννη. Που αυτό το πράγμα για έναν μπουζουξή, να του πει ο Νικολόπουλος εκείνη την εποχή, «έλα μαζί μου», ξέρεις μιλάμε τώρα για εποχή ’90…

ρε|λα|ρε: Μεσουρανούσε ο Νικολόπουλος.

Δ.Λ.: Πήγαινες με τον Νικολόπουλο, αυτό ήτανε… Θέλω να σου πω, προτίμησα την παρέα. Πάντα είχα προτάσεις αλλά πιστεύω ότι έτσι γίνεται…

ρε|λα|ρε: η χημεία που υπάρχει καταρχήν με τους ανθρώπους.

Δ.Λ.: Μα κι έτσι γίνεται, στην ουσία σε ένα μαγαζί εκεί που παίζεις αν δεν είσαι μια ωραία παρέα με όλους δεν βγαίνει αυτό το πράγμα κάτω και δεν περνάει κανένας καλά. Στα πιο μεγάλα μαγαζιά δεν τους νοιάζει αυτό γιατί είναι τεράστιες πίστες, δεν βλέπει κανένας τι γίνεται, δεν βλέπουν καν τους μουσικούς.

ρε|λα|ρε: Ακριβώς.

Δ.Λ.: Έτυχε να πάμε με τη Μαριώ στο Αθηνών Αρένα με τη Βίσση, μια χρονιά που συνεργαστήκαμε. Εκεί δεν ασχολείται κανένας με το ποιος παίζει, τι κάνει.

ρε|λα|ρε: Καταρχήν τους μουσικούς  δεν τους βλέπουν καν, τους έχουν όλους ντυμένους στα μαύρα πίσω…

Δ.Λ.: Ναι, μπράβο, είναι άλλο, είναι ένα σόου που το κάνει η πρωτοκαθεδρία του προγράμματος, η Βίσση στην προκειμένη περίπτωση. Αλλά αυτά τα μαγαζιά που προτιμώ εγώ να δουλεύω και που μ’ αρέσουν, όπως το Περιβόλι, όπως πιο παλιά το Ρεπορτάζ, όπως το Χάος, ένα άλλο μαγαζί που δούλεψα με τον Κοντογιάννη την Κανά και τον Κακούργο, το Χάραμα. Είναι μαγαζιά στα οποία ο κόσμος εισπράττει όλο αυτό που γίνεται, το δρώμενο, στην ορχήστρα. Αν εκεί πέρα δεν υπάρχει χημεία, δεν περνάει αυτό το πράγμα κάτω ότι και να κάνεις. Είναι δηλαδή «α-λα παλιά», όπως ήτανε ο Τσιτσάνης με τους τραγουδιστές, όπως ήτανε ο Παπαϊωάννου, αυτά τα πατάρια.

ρε|λα|ρε: Να υπάρχει αυτή η χημεία στους συνεργάτες.

Δ.Λ.: Ναι, ναι.

ρε|λα|ρε: Ας πάμε σε ένα άλλο σημείο, με το κομμάτι αυτό του ζωντανού προγράμματος και του live, σήμερα τι γίνεται; Πέραν του Περιβολιού. Βλέπεις ότι υπάρχει κάποια εξέλιξη ή όχι;

Δ.Λ.: Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, έχουν έρθει όπως ήταν λίγο πριν την αναβίωση του ρεμπέτικου, που υπήρχαν δίδυμα που έπαιζαν σε ταβερνάκια και τέτοια, πολλές φορές και χωρίς λεφτά ή με πολύ λίγα λεφτά, έχουμε γυρίσει πάλι σε αυτό. Είναι δύσκολο να ζήσει πια κάποιος από αυτήν τη δουλειά, για τα νέα παιδιά είναι πολύ δύσκολο.

ρε|λα|ρε: Δυστυχώς ναι.

Δ.Λ.: Έρχονται διάφοροι πιτσιρικάδες, δεν κάνω μαθήματα, αλλά έρχονται πιτσιρικάδες που με ρωτάνε και λέω μπορώ να σας πω πέντε πράγματα αλλά μαθήματα δεν κάνω.

ρε|λα|ρε: Αυτό γιατί; Δεν σε απασχολεί ως αντικείμενο;

Δ.Λ.: Δεν έχω υπομονή για να κάνω μαθήματα, μπορώ όμως να βοηθήσω κάποιον… Πιστεύω ότι ο δάσκαλος παίζει το ρόλο που παίζει το ξυπνητήρι. Δηλαδή όλοι θέλουμε να την κάνουμε τη δουλειά, το ξυπνητήρι μας ξυπνάει για να σηκωθούμε να ντυθούμε να πάμε, κατάλαβες; Δηλαδή κάποιος που θέλει να γίνει, θα γίνει, έτσι; Ο δάσκαλος απλώς είναι εκεί για να του υπενθυμίζει ότι πρέπει να μελετήσεις αυτό, ότι πρέπει να κάνεις εκείνο… Δεν είμαι τόσο της άποψης ότι πρέπει να δείχνουμε στον άλλον ακριβώς πως πρέπει να παίζει και να βγάζουμε καρμπόν. Είμαι της άποψης ότι δεν κάνει κακό σε κάποιον να πειραματιστεί και λίγο μόνος του με το όργανο. Να’ χουμε και διαφορετικά παιξίματα, να’ χουμε και διαφορετικές προσεγγίσεις. Ένα μαθηματικό πρόβλημα λύνεται με πολλούς τρόπους και η λύση μπορεί στο τέλος να είναι η ίδια, αλλά να το προσεγγίσουμε από άλλο δρόμο. Και δεν είχα ποτέ αυτήν την τρέλα, ξέρεις, να κάνω μια μέθοδο πως να μάθεις μπουζούκι και δεν με ενδιέφερε και ποτέ να μάθει κάποιος μπουζούκι που δεν είναι για να είναι μπουζουξής.

ρε|λα|ρε: Τώρα βέβαια πάμε σε ένα άλλο θέμα, που είναι και αυτό καίριο, αυτό της θεσμοθέτησης των σχολών.

Δ.Λ.: Αυτό είναι πολύ καίριο γιατί, εντάξει, μια σχολή θα βγάλει μπουζουξήδες. Είναι όμως όλοι αυτοί για να είναι μπουζουξήδες;

ρε|λα|ρε: Σωστά.

Δ.Λ.: Γιατί δεν είναι μόνο μπουζουξής ότι «έπαιξα ένα τραγούδι» είναι και τι είσαι σαν προσωπικότητα. Δηλαδή παίζουν όλα τα πράγματα αυτά ρόλο. Μην καταντήσουμε κι εμείς όπως γίνεται με τα ωδεία, που πάνε όλοι και παίρνουν πτυχία πιάνου και δεν παίζουν ποτέ πιάνο μετά. Αλλά μάθανε και αν πάρουν μια παρτιτούρα θα σου παίξουν κάτι, σαν μηχανάκια. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το μπουζούκι είναι ένα όργανο παραδοσιακό που μαθαίνεται από τον «τεχνίτη» στον «παραγιό». Παλιά ο Μπίνης μου’ λεγε ότι τους καινούριους μπουζουξήδες, και μάλιστα τη συγκεκριμένη ιστορία μου την είπε για τον Ζαφειρίου.

Τον Ζαφειρίου τον είχαν πάρει στη Θεσσαλονίκη πιτσιρικάκι, τον Στελλάκη, και τον βάλανε πάνω στο πάλκο χωρίς καλώδιο, χωρίς να ακούγεται δύο βδομάδες κι έπαιζε αυτός από πίσω ότι άκουγε. Δεν ακουγόταν όμως στον κόσμο ούτε αυτοί τον ακούγανε. Του λέγανε «κάτσε εκεί και θα μάθεις». Μετά από δύο βδομάδες που τον συνδέσανε, έπαιζε! (γέλια). Τα ’χε μάθει! Δηλαδή, υπάρχει ένας τέτοιος τρόπος. Γιατί μια σχολή δεν μπορεί να σου διαμορφώσει την προσωπικότητα, ή μάλλον, μπορεί να κάνει το λάθος και να σε στρέψει 100% προς την τεχνική.

Το ζήτημα είναι να μπορείς να πείσεις ορισμένα νέα παιδιά, τι είναι αυτό που ξεκινάνε να κάνουν και τι θα συναντήσουν μπροστά τους. Αυτό που θα συναντήσουν μπροστά τους τα νέα παιδιά που ξεκινάνε σήμερα είναι μια μεγάλη απογοήτευση. Γιατί έχουν τα όνειρα του Τσιτσάνη, του Μάρκου, του ενός του άλλου και ξαφνικά θα βρεθούν να δούνε ότι το μπουζούκι πλέον είναι διακοσμητικό, ότι δεν χρησιμοποιείται όπως τότε, ότι στα καινούρια δρώμενα παίζει το ρόλο του «φαίνεσθαι» κι όχι του πραγματικού… «είναι». Θα πρέπει αυτό να το αντιμετωπίσουν. Έχω τώρα φίλους και δουλεύουν σε δουλειές και μου λένε μα τι’ ναι αυτό το πράγμα, δε μας πληρώνουν, μα παίζουμε όλο μαλακίες, μα δε μας αφήνουν να κάνουμε ένα ταξίμι. Λέω «παδιά, έτσι είναι, αυτό είναι!»

ρε|λα|ρε: Θέτεις κι ένα θέμα για το οποίο υπάρχει μια πολύ μεγάλη συζήτηση, το ότι υπάρχουν γνωστοί μουσικοί, μπουζουξήδες καταξιωμένοι, και μιλάω για τον Πολυκανδριώτη, οι οποίοι θέλουν να επιβάλλουν νέα πρότυπα. Και αναφέρομαι κυρίως στην ορολογία και το τεχνικό κομμάτι, όχι στα μουσικά πρότυπα. Για παράδειγμα εμένα με ενοχλεί η αλλαγή του όρου, όπου από «μπουζουξής» επιχειρείται να γίνει «μπουζουκίστας». Τον όρο τον θεωρώ τελείως επίπλαστο, αδόκιμο αν θέλεις, καθώς η Ελληνική γλώσσα φιλτράρει τις λέξεις της καθομιλουμένης και τελικά κρατάει αυτές που επικρατούν χωρίς επιβολές. Κατά δεύτερον θεωρώ ότι δεν μπορεί μαζικά να διδάξεις ένα λαϊκό όργανο, να το επιβάλεις στα ωδεία και ιδίως το μπουζούκι το οποίο θέλει και ψυχή και μεράκι, ένα «χαρμάνι» πραγμάτων… Δηλαδή αυτό είναι το πρόβλημα; Να γίνει το μπουζούκι «επίσημο» όργανο ώστε τα ωδεία να εκδίδουν πτυχία και να ανοίξουν «μαγαζάκια» πιστοποίησης γνώσεων;

Δ.Λ.: Να σου πω κάτι; Το χειρότερο, που δεν το ’χει καταλάβει κανένας, δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι άλλο. Το μπουζούκι δεν ήταν ποτέ όργανο ορχήστρας.

ρε|λα|ρε: Κυρίως σολιστικό.

Δ.Λ.: Ούτε σολιστικό με αυτήν την έννοια του όρου. Το μπουζούκι ήταν όργανο καντάδας. Ήταν όργανο που έπαιζες το τραγούδι και συνόδευες μαζί. Συνόδευες τη φωνή… Έπαιζες μια εισαγωγή, ας πούμε, που είχες γράψει και μετά συνόδευες τη φωνή. Όμως το μπουζούκι καθόριζε τα πάντα. Ήτανε αυτό το πράγμα, δεν ήτανε ποτέ ένα όργανο που θα το πάρει μια κλασική ορχήστρα και θα σου δώσει μια παρτιτούρα και θα σου ζητηθεί να παίξεις αυτό το πράγμα. Δεν ήταν ποτέ αυτό. Ούτε τα παλιά τα πατάρια ήταν αυτό. Στα παλιά τα πατάρια οι μπουζουξήδες ήταν κουμανταδόροι. Καθόντουσαν στη μέση και έκαναν κουμάντο στο πρόγραμμα. Δηλαδή έμπαινε το μπουζούκι για να μπούνε όλα τ’ άλλα. Αυτό το πράγμα πάει να σβήσει από το μπουζούκι. Αυτό είναι λάθος.

ρε|λα|ρε: Και γι’ αυτό δεν υπάρχει παρτιτούρα για το μπουζούκι. Δεν απαιτείται να παίξει πιστά ο μπουζουξής ένα κομμάτι, όπως π.χ. στην κλασική μουσική, όλοι τα ίδια.

Δ.Λ.: Πρώτα-πρώτα, το μπουζούκι για ‘μένα δεν μπορεί να σταθεί σε μια κλασική ορχήστρα δίπλα στο βιολί. Το βιολί είναι ο βασιλιάς των οργάνων. Έχει μια έκταση τεράστια κι ένα ηχόχρωμα το οποίο θα το ξεχωρίσεις από παντού. Το μπουζούκι είναι ένα όργανο μεσαίο, μεσαίων συχνοτήτων, το οποίο χάνεται μέσα στην κλασική ορχήστρα εκτός κι αν το αφήσεις να έχει μόνο του μέρος. Δηλαδή, κάπου που θα σταματήσουν όλοι και θα κάνεις ένα ταξίμι ή κάτι άλλο. Δηλαδή δεν μπορεί να παίξει όπως παίζει το βιολί. Που μπορεί να παίζουν 50 βιολιά από πίσω και να παίζει ένα βιολί μπροστά και να σκοτώνει, δηλαδή να το ακούς. Ένα όργανο κατ’ εξοχήν ορχήστρας. Ο βασιλιάς της ορχήστρας είναι το βιολί.  Μην πάμε να προσδώσουμε στο μπουζούκι δυνατότητες τις οποίες δεν έχει. Δηλαδή, το πιο ωραίο πράγμα είναι να βλέπεις έναν άνθρωπο να κρατάει ένα μπουζούκι, να παίζει το «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» και να το τραγουδάει. Χωρίς κιθάρα, χωρίς τίποτα. Αυτός είναι ο χαρακτήρας του οργάνου, δεν είναι  το όργανο που θα σου ζητηθεί να πάει να παίξει σε μια ορχήστρα, μια μουσική που έγραψε ένας Γερμανός, που δεν ήξερε καν το μπουζούκι σαν όργανο.

ρε|λα|ρε: Ακόμα και σε Ελληνικά κομμάτια εγώ διαφωνώ το να βάλεις 30 μπουζούκια στη σειρά, και για τεχνικούς λόγους, και για μουσικούς αλλά και για λόγους αισθητικής αν θέλεις.

Δ.Λ.: Να βάλεις 30 μπουζούκια στη σειρά αλλά να παίξουν κάτι που έχει γραφτεί για μπουζούκι, όχι μουσική που δεν έχει γραφτεί για μπουζούκι.

ρε|λα|ρε: Για μένα και Τσιτσάνη να παίξουν είναι λάθος. Ακριβώς το μπουζούκι πρέπει να φανεί, να φανεί η δεξιοτεχνία, δεν είναι όργανο μαζικό.

Δ.Λ.: Καταλαβαίνω τι λες.

ρε|λα|ρε: Δηλαδή η κλασική ορχήστρα έχει έναν λόγο που είχε 40 βιολιά. Επειδή δεν υπήρχαν στο παρελθόν ηχητικά συστήματα, πέραν της αρχιτεκτονικής μιας π.χ. αίθουσας στην όπερα η οποία ενίσχυε τον ήχο, τα 40 βιολιά προσέδιδαν έναν όγκο, αφού με ένα βιολί δεν θα ακούγονταν τίποτα.

Δ.Λ.: Δεν είναι μόνο αυτό. Παίζουν 40 βιολιά αλλά όταν παίζουν ένα κονσέρτο για βιολί παίζει ένα το κονσέρτο. Οι υπόλοιπο παίζουν τη συνοδεία του κονσέρτου. Έχει διαφορά. Από κει και πέρα, αν θέλουμε να το πάρουμε σαν όργανο ορχήστρας αυτοί φτιάξανε το μαντολίνο. Το οποίο μαντολίνο έχει το κούρδισμα του βιολιού, είναι ψηλά συχνοτικά και μπορεί να βγει να το ακούσεις. Γι’ αυτό υπάρχουν και μαντολινάτες, γι’ αυτό και παίζει μαντολίνο πολλές φορές με κλασική ορχήστρα. Βέβαια υπήρξαν άνθρωποι προικισμένοι σε αυτήν τη χώρα οι οποίοι γράψανε μουσική που εξυπηρετούσε το μπουζούκι να παίξει και με ορχήστρα. Ο Θεοδωράκης, ο Χατζηδάκις. Όμως αυτοί είχαν βαθιά γνώση του τι κάνουν, μεγάλη αγάπη για τον Τσιτσάνη, για τον Μάρκο ξέραν τι έκαναν. Δηλαδή το έχουν το μπουζούκι άρχοντα εκεί που το χρησιμοποίησαν. Όπως πρέπει.

ρε|λα|ρε:  Βέβαια ο Χατζιδάκις συνειδητά επέλεξε και το μαντολίνο πολλές φορές. Ήξερε τι χρησιμοποιεί, δεν ήταν τυχαία η επιλογή.

Δ.Λ.: Ακριβώς και όπου έβαλαν μπουζούκι το είχαν άρχοντα, το είχαν θεό. Το μπουζούκι είναι αυτό. Έχει φτιάξει μια μουσική μόνο του. Αυτή τη μουσική πρέπει πρώτα απ’όλα να στηρίζουμε και να παίζουμε. Κι όταν λέμε παίζουμε τραγούδια με μπουζούκι, παίζουμε ολόκληρα τραγούδια και προγράμματα με μπουζούκι, το οποίο εμπεριέχει το ότι το ξεκινάμε, το δίνουμε στην ορχήστρα, μπαίνουμε παίζουμε, το τραγούδι που είναι γραμμένο για μπουζούκι. Όχι είμαστε μπουζουξήδες οι οποίοι παίζουμε σε τσίρκο. Δηλαδή εξαντλούμε σε 10 λεπτά τη δεξιοτεχνία του μπουζουκιού,  δηλαδή τι μπορεί να παίξει, και μετά καθόμαστε πίσω και παίρνει το ρόλο το συνθεσάϊζερ και όλα αυτά και παίζουμε το ποπ και λένε «έχουμε κι ένα μπουζούκι εκεί πέρα συμπληρωματικό, κοιτάξτε τι κάνει παίζει τις κάλτσες του». Δεν είναι αυτό, δεν είναι αυτή η πραγματική συνέχεια του τραγουδιού που γράφτηκε με μπουζούκι. Να μη λέμε «λαϊκό τραγούδι» γιατί λαϊκό τραγούδι μπορεί να ’ναι κι άλλα πράγματα, δεν είναι μόνο το μπουζούκι, έτσι;

ρε|λα|ρε: Βέβαια, και η δημοτική μουσική λαϊκό τραγούδι είναι, της υπαίθρου όχι της πόλης.

Δ.Λ.: Οπότε εγώ προσπαθώ να μένω σε αυτούς τους χώρους όπου έχει την πρωτοκαθεδρία το μπουζούκι. Θέλω να είναι κατανοητό αυτό. Σε αυτά τα μαγαζιά, στο Περιβόλι, στο Χάραμα, στο Ρεπορτάζ πιο παλιά. Και όχι μόνο παλιά τραγούδια και πιο καινούρια τραγούδια αλλά πάλι με κεντρικό άξονα το μπουζούκι. Δηλαδή να μην κάθεσαι κάπου και να ντρέπεσαι που το κρατάς το μπουζούκι.

ρε|λα|ρε: Έτσι είναι, δεν είναι διακοσμητικό έχει έναν ρόλο.

Δ.Λ.: Έχει έναν ρόλο γιατί χρωματίζει μια ολόκληρη εποχή. Παράγει τραγούδια μοναδικά που για να τα ακούσεις όπως πρέπει, πρέπει να τα ακούσεις μόνο με μπουζούκι. Τώρα, να προσπαθούμε να το βάλουμε το μπουζούκι αλλού, εκεί που δεν ταιριάζει, δεν γίνεται. Μου θυμίζει ας πούμε, κοτόπουλο με μάνγκο, που κάνει μια φίλη μου, το οποίο θεωρείται πολύ καλή συνταγή παρεμπιπτόντως (γέλια). Και της είπα μια μέρα που μ’ είχε καλέσει στο σπίτι, η κουμπάρα μου συγκεκριμένα, «συναντήθηκε ποτέ στη ζωή του το κοτόπουλο με το μάνγκο;» δηλαδή είδανε ποτέ το ένα το άλλο ή μόνο στην κατσαρόλα;

ρε|λα|ρε: Αυτή η αναφορά στα τραγούδια για μπουζούκι μας φέρνει και σε εσένα, όχι μόνο ως δεξιοτέχνη αλλά και ως συνθέτη.

Δ.Λ.: Τώρα μπαίνεις σε ένα άλλο κεφάλαιο. Αφού περάσουν όλες αυτές οι αμφιβολίες και οι ανασφάλειες και τα λύσεις τα πράγματα μέσα σου, γιατί αυτά που σου λέω εγώ είναι υποκειμενικά, δε μιλάω αντικειμενικά…

ρε|λα|ρε: …φιλτράρονται μέσα από εσένα.

Δ.Λ.: Μπράβο! Μετά ερχόμαστε στο δυσκολότερο κεφάλαιο που είναι, τι θα βγάλεις εσύ πάνω σε αυτό το όργανο που κρατάς. Δηλαδή πως θα καταφέρεις να βγει ο χαρακτήρας σου και η προσωπικότητά σου πάνω σ’ αυτό το όργανο.

ρε|λα|ρε: αυτό βγαίνει και με το παίξιμο όμως…

Δ.Λ.: Αυτό βγαίνει με τα χρόνια της ενασχόλησης, και όχι μόνο με το παίξιμο αλλά και με το τι είσαι εσύ σαν άνθρωπος. Δηλαδή το τι θα διαβάσεις, τι ταινία θα πας να δεις, ποιους θα συναναστραφείς, τι θα κάνεις γενικά στη ζωή σου, αυτό θα βγει στο παίξιμό σου.

ρε|λα|ρε: Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη γενικά. Άλλος ζωγραφίζει, άλλος γράφει ποίηση, άλλος μουσική…

Δ.Λ.: Αυτό δεν είναι πιο ωραίο; Να περιμένεις δηλαδή κάποτε, πότε επιτέλους, θα βγει αυτό το πράγμα από το μπουζούκι που παίζεις, από το να είσαι ένας επαγγελματίας μπουζουξής με πτυχίο και να περιμένεις τι θα σου ζητηθεί να παίξεις από την ορχήστρα και να σου λένε αυτές είναι οι νότες, και να παίζεις σαν μηχανάκι;

ρε|λα|ρε: Να το εκτελέσεις κατά γράμμα.

Δ.Λ.: Δεν είναι πιο ωραίο αυτό το πράγμα; Δηλαδή να προσπαθείς μέσα από αυτό το όργανο; Τελικά να ιδρώνεις εσύ και να έχει ιδρώσει και αυτό; Δηλαδή να είναι κι αυτό ότι είσαι εσύ! Εγώ αυτό πιστεύω ότι είναι.

ρε|λα|ρε: Έτσι είναι.

Δ.Λ.: Τώρα βέβαια δεν ευνοούν οι εποχές. Δηλαδή κάποιος που ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο θα τραβήξει πολύ μεγάλη πείνα και ταλαιπωρία. Αλλά αυτός που θα αντέξει θα γίνει μπουζουξής.

ρε|λα|ρε: Εδώ βέβαια υπάρχει κι ένα άλλο θέμα. Υπάρχουν μεγάλοι μπουζουξήδες, δεξιοτέχνες, οι οποίοι τελικά δεν συνέθεσαν. Δηλαδή το παίξιμο είναι σημαντικό, διότι είναι αυτό που λες. Πρέπει να φιλτράρει κάποιος μέσα του όλα τα ακούσματα και τις εμπειρίες του και να το βγάλει στο μπουζούκι του. Η σύνθεση είναι κάτι άλλο…

Δ.Λ.: Κοίταξε, πρέπει να δούμε τι εννοούμε με τον όρο δεξιοτέχνης.

ρε|λα|ρε: Καταρχήν, κάποιος που έχει αναλώσει ένα μεγάλο τμήμα της ζωής του πάνω σε ένα μουσικό όργανο.

Δ.Λ.: Ο Django Reinhardt ήταν δεξιοτέχνης;

ρε|λα|ρε: Ήταν.

Δ.Λ.: Παίζει τεχνικά όπως θα ’πρεπε;

ρε|λα|ρε: Όχι.

Δ.Λ.: Καμία σχέση! Άρα μιλάμε την ίδια γλώσσα. Δεξιοτεχνία δεν είναι παίζω πολύ γρήγορα ή βάζω σωστά τα δάχτυλα όπως πρέπει.

ρε|λα|ρε: Συμφωνούμε απόλυτα σε αυτό. Άλλο η τεχνική άλλο η δεξιοτεχνία.

Δ.Λ.: Ο Μάρκος ας πούμε ήταν δεξιοτέχνης. Μεγάλος δεξιοτέχνης. Ο τρόπος που έπαιζε… Το ταξίμι που κάνει σε σαμπάχ. Γιατί για να μελετήσεις τον Μάρκο πρέπει τη μια του πενιά που ρίχνει κάτω και πως βγαίνει ο ήχος, μπορεί να κάθεσαι να τη μελετάς έναν χρόνο! Και να μη μπορέσεις να το καταφέρεις. Ή ο Παπαϊωάννου. Αυτά τα χουζάμ που έχει κάνει… Δεν ήταν δεξιοτέχνης; Δηλαδή αν μιλάμε και εννοούμε δεξιοτεχνία αυτό, με βρίσκεις σύμφωνο.

ρε|λα|ρε: Προφανώς. Το ζητούμενο δεν είναι να παίξεις 4.000 νότες το δευτερόλεπτο, αυτό δεν είναι δεξιοτεχνία.

Δ.Λ.: Η ταχύτητα είναι ένας τομέας της δεξιοτεχνίας. Πρέπει να έχεις και ταχύτητα αλλά όχι να εστιάζεις στην ταχύτητα. Αυτό που απεύχομαι σε όλους τους νέους, ποιος θα παίξει πιο γρήγορα από τον άλλον.

ρε|λα|ρε: Αυτό είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση ανάμεσα στους πιτσιρικάδες.

Δ.Λ.: Μα μετά μπαίνουμε σε ένα άλλο θέμα που μου αρέσει επίσης, που’ ναι τα αυτοκίνητα, που τα φτιάχνουμε συνέχεια και κοιτάμε σε πόσο θα κάνει τα 0-100. Αλλά αυτό (σ.σ. η ταχύτητα) δεν έχει καμία σχέση με τη μουσική και την τέχνη. Καμία σχέση.

ρε|λα|ρε: Είναι λίγο προβοκατόρικη η ερώτησή μου και γι’ αυτό το έθεσα έτσι.

Δ.Λ.: Δεν τρέχουμε για το ποιος θα βγει πρώτος. Τρέχουμε για να τερματίσουμε όλοι μαζί. Το ζήτημα είναι να μην εγκαταλείψει κανένας στη διαδρομή. Άλλες εμπειρίες θα έχει ο ένας όταν φτάσει, άλλος άλλες. Αλλά το ζήτημα είναι ότι αν τερματίσουμε θα ’μαστε όλοι δεξιοτέχνες, ο καθένας στον τομέα του. Θέλεις να σου πω και κάτι άλλο; Από τους χειρότερους μπουζουξήδες που έχω ακούσει στη ζωή μου έχω κλέψει πράγματα! Κάνουν κάποια πράγματα που δεν τα’ χω σκεφτεί. Που δεν θα μπορούσα να τα βρω. Βρίσκεις δηλαδή πράγματα σε ανθρώπους με την έννοια ότι δεν είναι μπουζουξήδες με την έννοια ότι έχουν ένα πρόγραμμα, θα παίξουν… Κι όμως έχουν κάποια πράγματα που τα παίζουν με τον δικό τους τρόπο.

ρε|λα|ρε: Συμφωνώ απόλυτα. Πήγα να το διαχωρίσω στο ότι κάποιος παίζει, με το δικό του τρόπο, το δικό του στυλ, το δικό του ύφος και κάποιος ενδεχομένως εκτός από το να παίζει συνθέτει κιόλας.  Αυτήν τη διαφοροποίηση βλέπω. Εσύ συνθέτεις κιόλας. Δεν το λέω για να «αγιάσουμε τα γένια μας», αλλά είναι πολύ αξιόλογα πράγματα «μοντέρνα» αλλά με το μπουζούκι και με ήχους οι οποίοι είναι φρέσκοι αλλά και οικείοι.

Δ.Λ.: Με το μπουζούκι πάντα.

ρε|λα|ρε: Δηλαδή δεν εξαντλείς τα όρια της δικής σου τέχνης μόνο στο να αποδώσεις κάποια κομμάτια με συναίσθημα και με το ύφος που θέλεις αλλά κάτι σε «τρώει» παραπάνω και ψάχνεις να βρεις και να κάνεις και κάτι καινούριο. Δεν το έχουν όλοι αυτό.

Δ.Λ.: Αυτό το πράγμα είναι έτσι όπως το ’πες. Να το ’χεις ή να μην το ‘χεις. Κι εγώ δεν έκανα κάτι για να το μάθω, μου βγήκε αυτόματα.

ρε|λα|ρε: Ναι, προφανώς,

Δ.Λ.: Δηλαδή από τότε που πήρα το μπουζούκι στα χέρια μου μετά από λίγο καιρό άρχισα να σκαρώνω τραγουδάκια. Δηλαδή, το είχα μέσα μου. Νομίζω ότι έχει να κάνει με διεργασίες που γίνονται στο μυαλό και σε κάνουν να συνδυάζεις, διότι τίποτα δε νομίζω ότι είναι πρωτότυπο. Δηλαδή, σε κάνουν να συνδυάζεις ακούσματα και να βγάζεις κάτι δικό σου.  Που είναι από όλα τα ακούσματα που έχεις, έτσι; Δεν το συζητάμε αυτό.

ρε|λα|ρε: Όπως λέμε και για την αρχιτεκτονική, «δεν υπάρχει παρθενογένεση». Αλλά αυτό που παράγεις είναι κάτι καινούριο και κάτι τωρινό. Όχι όπως να παίξουμε, ας πούμε, την Πεντάμορφη που το ξέρουμε αλλά είναι παλιό.

Δ.Λ.: Να σου πω τι γίνεται. Όταν έρχεσαι εσύ και μου λες «παίξε μου αυτό το τραγούδι του Μάρκου, παίξε μου το όσοι έχουνε πολλά λεφτά», θα προσπαθήσω να στο παίξω με τον τρόπο του Μάρκου. Και αν δεν είναι ακριβώς ο τρόπος του Μάρκου και έχει και κάποια άλλα πράγματα, θα είναι πάνω στο ύφος και με την αίσθηση αυτή. Αυτό προσπαθώ. Όταν όμως κάθομαι εδώ σπίτι μόνος μου και γρατζουνάω και μου ’ρχεται κάτι δικό μου δεν το βάζω σε ένα καζάνι τέτοιο του Μάρκου ή του Τσιτσάνη. Το βάζω στο καζάνι της εποχής της δικής μου.

ρε|λα|ρε: Ναι, είναι πιο ανεπιτήδευτο.

Δ.Λ.: Ναι, το πως μεγάλωσα εγώ, τα δικά μου βιώματα. Εγώ σου είπα άκουγα  Heavy Metal, άκουγα Rock, άκουγα αυτά τα πράγματα. Εγώ είμαι, το όνομα μου μπαίνει. Δεν θα μπει το όνομα του Μάρκου Βαμβακάρη στο CD.

ρε|λα|ρε: Βέβαια εγώ έχω εδώ και μια ένσταση. Ακόμα και αν σου πει ο άλλος «παίξε μου αυτό το τραγούδι του Μάρκου», θα πρέπει να το παίξεις όπως εσένα σου βγαίνει.

Δ.Λ.: Έτσι το παίζεις, αλλά προσπαθείς… Ένα πράγμα που μου ‘λεγε ένας φίλος μου «δε νοείται να είσαι μπουζουξής και με ένα «γκραν» που κάνεις στο ζεϊμπέκικο να μη θέλει ο άλλος να σηκωθεί να χορέψει». Αυτό εννοώ. Ο τρόπος που κτυπούσαν, η αίσθηση που βγάζανε. Δεν εννοώ να αντιγράψεις τις νότες μία-μία. Ποτέ, όχι αυτό. Και συγκεκριμένα στο δίσκο «Κολωνάκι-Τζιτζιφιές» του Τζώρτζη, που είχε κάνει την επιμέλεια ο συγχωρεμένος ο Γιώργος ο Παπαδάκης, αυτό το κομμάτι που παίζω με τον τζουρά, το «Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά» είναι διασκευή. Και μέσα δεν παίζω ούτε μια απάντηση όπως είναι και δεν παίζω και καμία ίδια! Αλλά αυτό δεν τον ενόχλησε πουθενά τον Παπαδάκη, γιατί τον ρώτησα στο τέλος, «μήπως πρέπει να…» -«Όχι», μου λέει, «το ύφος!» Δηλαδή αυτό το πράγμα που πατάει και κυλάει…πως να στο εξηγήσω… δεν είναι αυτό που βλέπεις, είναι αυτό που μυρίζεις. Αυτό που σου ’ρχεται ρε παιδί μου. Που μπαίνεις μέσα σε ένα σπίτι και λες «ωπ, αυτή η οικογένεια είναι έτσι».

ρε|λα|ρε: Αυτό που διαισθάνεσαι, το κλίμα.

Δ.Λ.: Μπράβο, το κλίμα! Αυτό το πράγμα. Και στα τραγούδια μου προσπαθώ… Αν κλέψω κάτι από αυτό, θα κλέψω από το κλίμα. Από την εποχή τη συνολικότερη, την αίσθηση, τη δίψα που είχανε να παίξουνε, αυτό το πράγμα. Όχι τις νότες, ούτε θα βάλω καβουράκι, θα κολλήσω τα μαλλιά και θα βάλω γελεκάκι και θα κάνω γκραν-γκριν-γκριν, να κάνω τον ρεμπέτη. Αυτό είναι άλλο πράγμα.

ρε|λα|ρε: Προφανώς!  Δεν είναι μουσική αυτό είναι κάτι άλλο.

Οπότε για να ΄ρθουμε και στις δικές σου δουλειές. Είχες γράψει κάποια τραγούδια όπως το «Δεν θα λυγίσω», που ηχογράφησες με τη Μαριώ,

Δ.Λ.: Αυτό ήταν στο Περιβόλι του Ουρανού, το δίσκο. Το πρώτο τραγούδι όμως που έβαλα στη δισκογραφία ήταν με τον Δημήτρη τον Κοντογιάννη,  «Η Ζαριά», ένα ζεϊμπέκικο, στο δίσκο της ρεμπέτικης Κομπανίας «Συγγενείς και Φίλοι.» Μετά ακολούθησε το «Δε θα λυγίσω» μόνο του και αυτό σε έναν δίσκο που περιέχει όλο επανεκτελέσεις και μάλιστα το παίζανε στο 2ο πρόγραμμα και λέγανε «παλιό τραγούδι του Δημήτρη Λίβανου», διότι νομίζανε ότι εγώ είμαι κάποιος συνθέτης που έχει πεθάνει. Μέχρι που τους πήρα τηλέφωνο και τους λέω «παιδιά είμαι 35 χρονών ακόμα». Αλλά έτυχε το κομμάτι να μπει εκεί και είναι και παιγμένο σε αυτό το ύφος, αυτό που λέγαμε. Μετά ήρθε άλλο ένα τραγούδι συμμετοχή, «Πικρός καφές» με τον Λάμπρο τον Καρελά, σε έναν δίσκο που έκανε η Lyra, τραγούδια για τους καφέδες (σ.σ. «Η εποχή των καφέδων»), ένα καμηλιέρικο και μετά γίνεται το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το τραγούδι το Ξένο Ρούχο, σε στοίχους του Σταυρακούδη που είχε γράψει και τη ζαριά και παίρνει το πρώτο βραβείο και μετά γίνεται το ολοκληρωμένο CD  με τη Μαριώ, το Μ’ ένα Χαμόγελο. Μετά από αυτό γίνεται πάλι ένα CD του Γιάννη του Καραλή με μισά τραγούδια δικά μου, μισά του Κραουνάκη και συμμετοχές από δύο συνθέτες ακόμα, με ένα τραγούδι ο καθένας. «Το Ξένο Ρούχο» λέγεται το CD, έχει τον τίτλο από το τραγούδι. Ήταν ιδέα του Σταμάτη του Κραουνάκη, να βάλουμε τον τίτλο του τραγουδιού που κέρδισε το Φεστιβάλ. Εκεί έχω 5 τραγούδια.

Τώρα κυκλοφορεί «Το Μυστικό του Κόσμου», ένα καινούριο CD που έχει 12 τραγούδια και τραγουδούν κάθε τραγούδι άλλος τραγουδιστής. Είναι η Νένα Βενετσάνου, ο Μανώλης Λιδάκης, η Μελίνα Κανά, η Λιζέτα Καλημέρη, η Σοφία Παπάζογλου, η Φωτεινή Βελεσιώτου η Γιώτα Νέγκα, ο Ζαχαρίας Καρούνης, η Μαρίνα Δεληγιάννη, η Χρυσή Παπαγιαννούλη, η Ντένια Κουρούση και η Μαριώ. Τραγούδια τα οποία τα έχω χρόνια, δεν είναι τωρινά, το πιο παλιό είναι του ’93,γραμμένο για την Αμαλιάδα. «Η πόλη μου» λέγεται το τραγούδι, το λέει η Μελίνα Κανά. Τραγούδια τα οποία δεν έχουν κεντρικό άξονα το μπουζούκι, είναι όμως λαϊκά τραγούδια. Και θέλω να πιστεύω ότι είναι τραγούδια που πατάνε στα Ελληνικά χρώματα. Κατάγονται απ’ τη γη μας, από τη μουσική που έχει γεννήσει η γη μας, γιατί η γη μας έχει παράδοση στην τραγουδοποιία. Έχουμε και πολυρυθμία μεγάλη αλλά και συνθετική πλοκή, στην Ήπειρο, στην Κρήτη, στη Θράκη. Δηλαδή διαφορετικά πράγματα αλλά όλα που πηγάζουν από εδώ. Έχει βγει εδώ και τρεις μήνες και τα πρώτα δείγματα είναι πολύ ενθαρρυντικά. Έχει πάρει πολύ καλές κριτικές.

το μυστικό του κόσμου_Δ Λίβανος

ρε|λα|ρε: η διάθεση γίνεται μόνο μέσω δισκοπωλείων ή και μέσω ηλεκτρονικών καταστημάτων, όπως π.χ το iTunes;

Δ.Λ.: Η διάθεση γίνεται και στο iTunes και στο ebay και ως CD σε όλα τα δισκοπωλεία, η διάθεση γίνεται μέσω της εταιρείας MLK. Μάλιστα μου έλεγαν ότι στην Ελλάδα από 7.000 δισκοπωλεία, νομίζω, που υπήρχαν κάποτε έχουν μείνει 200!

ρε|λα|ρε: Δεν μου κάνει εντύπωση. Σε άλλα είδη μουσικής, π.χ τη Rock, η τάση που έχει εκδηλωθεί από λίγο παλιότερα ήταν να φεύγουν οι μουσικοί από τις εταιρείες και να κάνουν τις παραγωγές και την προώθηση μόνοι τους, μέσω Myspace, και το internet γενικότερα. Αυτό βέβαια δεν ήταν τυχαίο. Γύρω στο 2005 όταν είχαμε στήσει την Κλίκα, είχαμε κάνει έναν υπολογισμό για το κόστος της παραγωγής ενός CD με τις αμοιβές όλων των συντελεστών, και είχαμε υπολογίσει πως τα έξοδα παραγωγής-αμοιβών για κάθε CD ήταν 4,5 ευρώ, δεν θυμάμαι το τιράζ, αλλά κάτι σύνηθες, μετριοπαθές όχι υπερβολές. Από τα 4,5ευρώ έως τα 20 ή 25 ευρώ που πουλούσαν τα CD οι εταιρείες, καταλαβαίνεις τι κέρδη αποκόμιζαν. Επαναλαμβάνω ότι οι συντελεστές ήταν όλοι πληρωμένοι μέσα στα 4,5 ευρώ… Το ποσοστό κέρδους ήταν δυσανάλογα μεγάλο, συνεπώς δίκαια οι μουσικοί αναζήτησαν άλλους τρόπους διάθεσης της δουλειάς τους χωρίς μεσάζοντες. Αυτό φαντάζομαι έφερε και την αντίστοιχη πτώση στον αριθμό των δισκοπωλείων, σε συνδυασμό με την εμφάνιση του iTunes store από την Apple.

Δ.Λ.: Η πτώση των εταιρειών βέβαια δεν οφείλεται μόνο στο αντίτιμο των CD. Οφείλεται στα σκουπίδια, διότι αμα πας να πάρεις τον Μεγάλο Ερωτικό του Χατζιδάκι, και 20 Ευρώ να σου πει θα τα δώσεις. Γιατί θέλεις να το έχεις στη βιβλιοθήκη, γιατί είναι ένα κόσμημα. Αυτό είναι. Ναι ήταν και τα λεφτά, δε λέω, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό το πράγμα.

Ακόμα πιο παλιά που είχαν τα 45άρια δισκάκια έβγαζαν πιο επιλεγμένα τραγούδια. Αυτό ήταν καλό γιατί έπεφτε ένα ξεσκαρτάρισμα. Τώρα έχω δει πολλούς μουσικούς , φίλους και μη, που έχουν ένα καλό τραγούδι και προσπαθούν να γεμίσουν το υπόλοιπο CD, να μη βάλουν μόνο 5, να ‘χει 10. Κι αν έχεις 10 καλώς, αλλά αν δεν έχεις 10 τι κάνεις;. Έβγαλες το ημερολόγιο είδες πίσω το ποιηματάκι και το ’κανες τραγούδι; Δεν γίνεται…

Εγώ είμαι περήφανος γι αυτήν τη δουλειά. Είμαι πολύ περήφανος που ήρθαν όλοι οι μουσικοί και ενορχηστρωτές και έπαιξαν χωρίς λεφτά. Με τίμησαν όλοι οι τραγουδιστές κατευθείαν μόλις τους είπα. Τους έστειλα τα τραγούδια και ήρθαν και τα είπαν. Δηλαδή αυτό το πράγμα για μένα είναι η μεγαλύτερη τιμή. Δεν με ενδιέφερε αν θα πουλήσει το CD. Εμένα με ενδιαφέρει που έχω κάνει μια πορεία 30 χρόνια στο χώρο και έφτασε να σηκώσω ένα τηλέφωνο και να πω «έλα να παίξεις στο CD, χωρίς λεφτά», και ήρθε κατ’ ευθείαν. Δηλαδή αυτό είναι το πραγματικό μου κέρδος. Και δεν με πειράζει και ποιο τραγούδι θα παίξει από όλα αυτά. Δηλαδή είμαι για όλα τα τραγούδια το ίδιο ικανοποιημένος.

ρε|λα|ρε: Στο μαγαζί τα παίζεις;

Δ.Λ.: Παίζουμε 2-3, γιατί είναι μεγάλη η γκάμα των τραγουδιστών… Παίζουμε αυτό που λέει η Φωτεινή (σ.σ. Βελεσιώτου),  παίζουμε αυτό που λεει ο Λιδάκης, το λέει ο Γιάννης ο Μήτσης, παίζουμε της Μαριώς, το λέει η Σοφία η Μέρμηγκα, μια νέα τραγουδίστρια. Και του Καρούνη. Είναι ένα παλιό κομμάτι που γράφτηκε το ’94. Γενικώς στο μαγαζί δεν παίζω δικά μου τραγούδια. Πολλές φορές έρχονται και μου λένε «δεν μας έπαιξες το Δεν θα λυγίσω» και τους λέω «γιατι δεν το ζητήσατε;» Γιατί μου αρέσουν τόσο πολύ τα τραγούδια που ακούω όλο το βράδυ εκεί που παίζουμε. Παίζουμε όχι μόνο Τσιτσάνη… Λέει η Φωτεινή ένα του Λάγιου, το Περαστικός κι Αμίλητος που είναι τραγουδάρα. Ακούω αυτά τα τραγούδια και μου αρέσει. Δε νιώθω ότι χάνω τίποτα που δεν παίζω τα δικά μου. Όχι ότι θεωρώ τα δικά μου ότι δεν είναι καλά τραγούδια. Θεωρώ ότι είναι καλά, είναι τίμια αν μη τι άλλο. Επειδή έχω κάνει και το πρόγραμμα εκεί φέτος, ίσως του χρόνο, αν ξανα-είμαστε εκεί, να κάνω ένα μικρό στιγμιότυπο με τα δικά μου. Να το κάνω έτσι… Δεν το’ χω κάνει ποτέ.

ρε|λα|ρε: Είσαι πολύ μετριόφρων μάλλον (γέλια).

Δ.Λ.: Όχι δεν είναι αυτό. Ότι είναι να γίνει θα γίνει. Ένα καλό πράγμα όσο και να το πιέζεις θα βγει στην επιφάνεια. Αντίστοιχα ένα κακό πράγμα όσο κι αν το σπρώχνεις κάποια στιγμή θα πάει στον πάτο, εκεί που του αξίζει. Καθένα παίρνει στο τέλος αυτό που αξίζει. Έχει γίνει και ταινία με μουσική του Lou Reed (γέλια).

Να σου πω και κάτι; Εμείς βρίζουμε τις εταιρείες  για όλα αυτά που κάνουν. Που είναι 98% σε ένα πράγμα διαφήμιση και 2% πραγματικό προϊόν. Θα πάμε εμείς να κάνουμε το ίδιο; Θα πάμε σε ένα μαγαζί και θα παίζουμε από την αρχή ως το τέλος τα δικά μας; Θέλω να σου πω ότι και οι πιο παλιοί και δε σου μιλάω τώρα για μεγάλους συνθέτες όπως είναι ο Τσιτσάνης, οι πιο παλιοί μπουζουξήδες, παίζαν πρόγραμμα με άλλων τραγούδια και βάζαν κι ένα δικό τους. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό το πράγμα…

ρε|λα|ρε: Ναι και ο Τσιτσάνης το έκανε. Το έχει πει ότι έπαιζε τραγούδια που γούσταρε, π.χ. του Μάρκου. Δεν μπορούσε στα μαγαζιά του ’50 να βγάλει το βράδυ παίζοντας μόνο όλην την δισκογραφία του. Ότι ζητάει και ο κόσμος, πολλές φορές είναι δούναι-και-λαβείν αυτό.

Δ.Λ.: Έτσι είναι. Για μένα είναι μεγάλη ικανοποίηση που μου ζητάει τραγούδια μου ο κόσμος. Ή πολλές φορές που έχω παίξει το «Δεν θα Λυγίσω», πάντα το έχουν χορέψει. Για μένα αυτό είναι ικανοποίηση, λέω «έγραψα ένα ζεϊμπέκικο».

Livanos_01

ρε|λα|ρε: Ναι αυτό έχει να κάνει με αυτό που είπαμε και προηγουμένως που συνέβαινε στο κρατικό ραδιόφωνο. Το τραγούδι έχει βρει ήδη τη θέση του.

Δ.Λ.: Ναι, έτσι είναι και για μένα αυτό το CD. Θέλω κάποιος που θα το ’χει, να το ’χει στη βιβλιοθήκη του και μετά από 5 χρόνια να το ξανακούσει και να του έρθει στα αυτιά φρέσκο. Αυτό επιδιώκω εγώ με τα τραγούδια που γράφω. Μου βγαίνουν και τραγούδια τα οποία είναι σουξεδιάρικα. Αυτά που λες «α,  δώσ’ το σε αυτόν να κάνει το μπαμ!», αλλά δεν τα κάνω ούτε τα δίνω. Τα περνάω από πολύ μεγάλο κόσκινο. Πολλά από αυτά τα τραγούδια τα παίζω χρόνια. Αλλά δουλεύω αλλιώς, αργά σαν τη χελώνα. Ξέρεις τι άσχημο πράγμα είναι να κάνεις κάτι τώρα, εγώ είμαι 47 χρονών, και να βάλω τ’ όνομά μου απ’ έξω και μετά στα 60 να μετανιώνω γι’ αυτό το πράγμα που έκανα; Αλλά αυτό να κυκλοφορεί και να ’χει τ’ όνομά μου και να υπάρχει;

ρε|λα|ρε: …έτσι είναι.

Δ.Λ.: Ενώ πόσο γεμάτος θα νιώθεις άμα μετά από 20 χρόνια αυτό το πράγμα το ξαναδείς και το βάλεις και πεις «τι ωραίο που είναι αυτό!» Δεν είναι η νοοτροπία της εποχής αυτή. Η νοοτροπία της εποχής είναι το προκάτ. Δηλαδή οι τεχνίτες παλιά καναν ένα τραπέζι για ένα σπίτι, το βλέπαν οι επόμενες γενιές και το κρατάγαν, έλεγαν «η τραπεζαρία της μαμάς μου, δεν τη δίνω γιατί είναι έργο τέχνης». Τώρα είναι προκάτ. Το πήρες, 3 χρόνια, πέτα το. Όμως θα δεις ότι οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν κατακτήσει την άνεση την οικονομική στη ζωή ψάχνουν πάντα αυτό που έκανε ο τεχνίτης. Κι αυτό λέει πολλά. Αν δηλαδή κάποια στιγμή φτάσεις να είσαι οικονομικά άνετος και δεν είσαι του στυλ ότι «καίω τα λεφτά», όπως είναι μερικοί νεόπλουτοι του κώλου, αλλά κατάφερα κι έχω στη ζωή μου μερικά χρήματα, ας προσπαθήσω να φτιάξω λίγο την κουλτούρα μου, την αισθητική μου, το πνεύμα μου, να διαβάσω πέντε βιβλία ωραία, να μάθω ακόμα και για τη μόδα σου λέω εγώ, να μάθω γιατί αυτό το ντύσιμο είναι καλύτερο απ’ το άλλο, ή βλέποντας ένα σπίτι κάποιου αξιόλογου αρχιτέκτονα, ποιος μάστορας έκανε την πέτρα για παράδειγμα. Όταν φτιάξεις όλα αυτά τελικά καταλήγεις στους τεχνίτες και καταλαβαίνεις την πραγματική αξία. Τέτοιο πράγμα θέλω να παράγω. Κι αν μπορώ να πελεκάω αυτό που βγαίνει από μέσα μου, προς τα κει.

ρε|λα|ρε: Κατανοητό απόλυτα. Αν μείνει κάτι από αυτήν την εποχή της κρίσης που διανύουμε, ίσως αυτό πρέπει να είναι. Να ξαναγυρίσουμε στις συνεργασίες και στην ποιότητα, σε κάποιες αξίες. Και όσον αφορά τη μουσική να φύγουμε από τα CD της εφημερίδας και των περιοδικών.

Δ.Λ.: Και να είναι η αλήθεια του άλλου μέσα στην τέχνη του. Δηλαδή κάποιος που θα ακούσει αυτό (σ.σ. το  CD), να καταλάβει πάνω-κάτω τι άνθρωπος είμαι εγώ. Σε μια συνέντευξη που μου πήραν προχθές για το Μουσικόραμα το διαδικτυακό, μου λέει η Μαρία η Παπαδάκη «αυτά τα τραγούδια σου βγάζουν και μια τρυφερότητα». Λέω «Γιατί; Επειδή κρατάω μπουζούκι σημαίνει ότι δεν είμαι τρυφερός άνθρωπος; Ή δεν είμαι μελαγχολικός; Ρομαντικός; Τι πρέπει να είμαι; Γιατί μπαίνει ταμπέλα σε κάποιον που κρατάει ένα μπουζούκι;». Βγάζουν την αλήθεια μου αυτά τα τραγούδια. Το σημαντικότερο πράγμα είναι αυτό, η αλήθεια του καθενός. Αν δηλαδή φοράς φουστανέλα μην φοράς λουστρίνια, ή αν φοράς φράκο, μην το παίζεις ότι ξεσκονίζεις τη φούντα απ’ το τσαρούχι. Να είσαι αυτός που είσαι, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα και κανέναν.

ρε|λα|ρε: Έτσι είναι…. Τώρα στα Τρίκαλα που βρίσκεσαι τι κάνεις; πως περνάς;

Δ.Λ.: Στα Τρίκαλα είμαι κάμποσα χρόνια. Έχει η γυναίκα μου εκεί μαγαζί, έχω πολλούς φίλους και παρέες. Πάμε σε μια ταβέρνα εκεί στον Γκάνια και παίζω με κάτι φιλαράκια ερασιτέχνες, καθηγητές τέτοια πράγματα κάνουν άλλες δουλειές, αλλά πάμε και γουστάρουμε, έτσι παίζουμε, είναι ωραία. Δεν ασχολούμαι επαγγελματικά, δεν παίζω κάπου. Έχω το χώρο μου και κάθομαι να γράψω τίποτα. Δουλεύω πάντα Αθήνα γιατί εδώ είναι οι δουλειές αλλά είναι πολύ ωραία πόλη τα Τρίκαλα και είναι πολύ όμορφο για ‘μένα που μένω στα Τρίκαλα γιατί η Αθήνα ποτέ δε μου άρεσε να σου πω την αλήθεια, για να μείνω μόνιμα, γιατί είμαι παιδί της επαρχίας. Στην Αθήνα ανέβηκα 19-20 χρονών. Έμαθα κάτω αλλιώς, με τους φίλους μου, πιο γρήγορα πας παντού

ρε|λα|ρε: Τα Τρίκαλα παρεμπιπτόντως έχουν και μια μουσική παιδεία ως πόλη. Παντού βλέπεις μουσικά δρώμενα, πάντα κάτι γίνεται.

Δ.Λ.: Έχει, έχει. Είναι ωραία πόλη και όμορφη.

ρε|λα|ρε: Ευχαριστώ πάρα πολύ που μιλήσαμε, είπαμε τόσα πολλά και ήσουν πηγαίος.

Δ.Λ.: Κι εγώ ευχαριστώ και καλή επιτυχία στο καινούριο εγχείρημα (σ.σ. το ρε-λα-ρε).

ρε|λα|ρε: Ευχαριστώ, είναι μια προσπάθεια καθαρά από μεράκι. Ελπίζω ότι θα γίνει μια καταγραφή των ανθρώπων που πραγματικά συνεισφέρουν κάτι στη μουσική και το μπουζούκι ειδικότερα, άνθρωποι που το αγαπούν και δεν είναι εκεί απλά επειδή έτυχε. Καλοτάξιδο το νέο σου CD.

 

Σ.σ.: Ευχαριστώ πολύ τον Παναγιώτη Βάρλα, όχι μόνο διότι χωρίς αυτόν δεν θα είχε πραγματοποιηθεί αυτή η συζήτηση, αλλά και γιατί με την τέχνη του συνεισφέρει ουσιαστικά στην Ελληνική μουσική. Τα μπουζούκια του δίνουν έμπνευση σε ταλαντούχους μουσικούς, όπως ο Δημήτρης.

Επίσης ευχαριστώ τον Αντρέα Αντωνέλη, μουσικό και φίλο του Δημήτρη Λίβανου, που ήταν παρών στην κουβέντα αυτή.

Tags:

2 comments

  1. Σωτήρης Ηλιόπουλος - Wed.26.03.2014 13:22

    Πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη,καλορίζικο το blog!

    Reply
  2. Panagiotis Katsibokis - Mon.24.03.2014 20:03

    Καλή αρχή.
    Εύχομαι το μεράκι σου αυτό, να γεμίσει τις ελάχιστες άδειες στιγμές της ζωής σου.
    Ήταν ωραία και ενδιαφέρουσα αυτή η συζήτηση.
    Την απόλαυσα πραγματικά.

    Μπράβο Γιώργο

    Παναγιώτης Κατσιμπόκης

    Reply

Have your say

%d bloggers like this: